Κύριε πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι τοποθετήσεις μας χθες και σήμερα, αλλά και η ψήφιση αύριο του κρατικού προϋπολογισμού είναι πράξεις ευθύνης. Είναι η ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση του κάθε ενός από μας και των κομμάτων μας.

Τη μεγαλύτερη ευθύνη όμως την έχει η κυβέρνηση που καταθέτει τον προϋπολογισμό. Είναι άλλωστε αυτή την πρόταση που συζητούμε και θα ψηφίσουμε. Είναι τον συγκεκριμένο, κοστολογημένο σχεδιασμό που ξεδιπλώνει την στρατηγική για την επόμενη χρόνια αλλά και την επόμενη τριετία της κυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη που συζητούμε.

Ο προϋπολογισμός λοιπόν, που έχει ενώπιον της η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελεί το στίγμα μιας διακυβέρνησης προσηλωμένης στις βαθιές μεταρρυθμίσεις. Ο προϋπολογισμός, και το μεσοπρόθεσμο τριετές πλάνο, δείχνει την πυξίδα, για τη χώρα που θέλουμε. Καταγράφει μια σειρά μεταρρυθμίσεων που στόχο έχουν τον εκσυγχρονισμό της χώρας μας. 

Ιδιαίτερα ο φετινός που είναι ο πρώτος προϋπολογισμός που καταθέτει η κυβέρνηση μετά την επανεκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας δείχνει έμπρακτα την πρόθεση για υλοποίηση του οράματος. Άξιο αναφοράς είναι και το τριετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Το «πάντρεμα» των δύο είναι ο σχεδιασμός για το αύριο, ένα σοβαρό αναπτυξιακό βήμα μετά τις δύσκολες συγκυρίες της κρίσης. Μιας κρίσης που δεν θα αποτελεί πλέον μόνιμη επωδό στις προσδοκίες των πολιτών. Μια κυβέρνηση που στάθηκε με αποφασιστικότητα την ώρα της ευθύνης μπορεί σήμερα να σχεδιάζει το μέλλον.

Βλέπουμε πράγματι την πρόοδο στα άλλα Ευρωπαϊκά κράτη και εκφράζουμε συχνά την επιθυμία να φέρουμε όσα μας εντυπωσιάζουν στο νησί μας. Το βλέμμα δεν κατευθύνεται στον σύγχρονο δυτικό κόσμο από εμμονή, ούτε έχει να κάνει με την ιδεολογία. Ο ορθολογισμός οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι οφείλουμε να προσφέρουμε ως κράτος στους πολίτες ποιότητα ζωής τέτοια που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους αλλά και να αντανακλά ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος.

Πρέπει να δούμε την ποιότητα ζωής και στις πόλεις μας. Στην Λευκωσία χρειάζεται να δουλέψουμε, πολιτεία και τοπική αυτοδιοίκηση για να προσφέρουμε στους πολίτες μια όμορφη πόλη.Να δώσουμε κίνητρα σε νέες οικογένειες να κατοικήσουν τις παραδοσιακές γειτονιές της πρωτεύουσας, από τον Άγιο Παύλο ως την Παλλουριώτισσα.

Να δώσουν ξανά νέα πνοή στα παλιά, ακατοίκητα σπίτια και να διατηρήσουν την ζωντάνια στο κέντρο της Λευκωσίας. Οι συνοικισμοί, ιδιαίτερα στον Στρόβολο, στην Αγλαντζιά και τη Λακατάμια παραμένουν αιχμάλωτοι στον χαμένο χρόνο όπως οι πρόσφυγες που τους κατοικούν. Βρίσκονται σήμερα περικυκλωμένοι από την ανάπτυξη των γύρω περιοχών, μνημείο όχι μόνο του μεγάλου εθνικού δράματος αλλά και της αδυναμίας του κράτους να σχεδιάσει και να παράσχει πραγματική αρωγή στους πολίτες του.

Όλα αυτά χρειάζεται να αλλάξουν για να κάνουμε την πρωτεύουσα μια όμορφη πόλη. Η ποιότητα ζωής που απολαμβάνουν οι πολίτες εξαρτάται από το αν μπορούν να «περπατήσουν» την πόλη τους ή αν μπορούν να απολαύσουν το πράσινο και τα πάρκα.

Χρειάζεται να αξιοποιήσουμε την κληρονομιά της Λευκωσίας. Την πολιτιστική κληρονομιά που μένει αναξιοποίητη, σκονισμένη, κρυμμένη. Να κάνουμε την πόλη μας ελκυστική. Όχι για τους τουρίστες, πρώτα για τους κατοίκους. Να συνδέσουμε την πόλη, να έχει λογική, να αναπνεύσει.

Το νέο αρχαιολογικό μουσείο πρέπει να προχωρήσει. Να προσπεράσουμε τα προσκόμματα στην μετακίνηση των δημόσιων τμημάτων από τον χώρο εδώ απέναντι από τη βουλή και να περάσουμε στην υλοποίηση. Να γίνει ο κόμβος σύνδεσης των αρχαιοτήτων της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται στη Λευκωσία ένα ερευνητικό ζυμωτήρι. Με πέντε πανεπιστήμια, με ερευνητικά κέντρα, με δεκάδες χιλιάδες φοιτητές, με εκατοντάδες καθηγητές, και μερικές δεκάδες εκατοντάδες ερευνητές. Είναι το προζύμι για να μετατρέψουμε τη Λευκωσία σε κέντρο καινοτομίας, σε πόλο έλξης εταιριών τεχνολογίας, στο σημείο επαναπατρισμού των καλύτερων μυαλών μας που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Μπορούμε να κάνουμε πράξη το brain gain αξιοποιώντας τα στρατηγικά πλεονεκτήματά μας.

Στην πρωτεύουσα, που μαστίζεται από την έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση αξίζει να επενδύσουμε και στις δημόσιες μεταφορές, με όραμα και χωρίς αγκυλώσεις. Με τεκμηρίωση, μελέτη και στρατηγική. Αν το τραμ ή ένας ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που θα συνδέει τα προάστια με το κέντρο θα λύσει το πρόβλημα - περιβαλλοντικό και συγκοινωνιακό - εκεί να επενδύσουμε. Τα λάθη του παρελθόντος στις συμβάσεις των δημοσίων μεταφορών πληρώνει κυριολεκτικά και μεταφορικά ο φορολογούμενος.

Χρειάζεται την εμπειρία αλλά και τον υψηλό προϋπολογισμό να τα μετατρέψουμε σε κεφάλαιο που θα δρα εποικοδομητικά για την υπόλοιπη οικονομία.

Μελέτες έγιναν πολλές. Το ζήτημα είναι να τις εφαρμόσουμε. Πολλοί ακούν για το τραμ και χαμογελούν σαρδόνια. Πιστεύουν πως αυτά δεν μπορούν να γίνουν στην Κύπρο. Άλλοι προβάλλουν το ζήτημα του υψηλού κόστους. Εδώ είναι που χρειάζεται να προχωρήσουμε με την τόλμη που απαιτείται για να αλλάξουμε νοοτροπία και να βγάλουμε τους πολίτες από τα αυτοκίνητα, να επιβιβαστούν στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Να βρούμε τις λύσεις, είτε με συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, είτε με άλλες δοκιμασμένες λύσεις, να υλοποιήσουμε αυτό το έργο που θα αναβαθμίσει σε βάθος χρόνου την ποιότητα ζωής μας.

Αν τα δημόσια οικονομικά το επιτρέπουν τότε θέλουμε να δούμε ουσιαστική στήριξη για το ηλεκτρικό αυτοκίνητο και να αποφύγουμε αστόχευτα και επιδερμικά μέτρα στις οδικές μεταφορές. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν αντιμετωπίζουν στην πατρίδα μας τους περιορισμούς της εμβέλειας που σίγουρα προβληματίζουν αλλού. Οι μεγαλύτερες αποστάσεις στην Κύπρο σίγουρα δεν ξεπερνούν τις δυνατότητες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. 

Σήμερα γίνονται σοβαρές σκέψεις σε άλλα κράτη να αποσύρουν τα κίνητρα αφού αυτά έχουν πετύχει τον σκοπό τους και οι πολίτες αγκαλιάζουν την ηλεκτροκίνηση. Στην πατρίδα μας έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρι εκεί.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Να στηρίξουμε τα νοικοκυριά στην αυτοπαραγωγή. Η εξάρτηση της πατρίδας μας στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα είναι μεγάλη. Αυτό ισχύει και για την έκθεση του καθενός από εμάς στις αυξομειώσεις της τιμής των καυσίμων. Αν δεν μειώσουμε την εξάρτηση αυτή, αν δεν γεμίσουμε κάθε οροφή με φωτοβολταϊκά τότε η πατρίδα μας θα συνεχίσει να είναι έρμαιο σε αυτές τις συνθήκες ενώ ο ήλιος θα συνεχίσει να ανατέλλει κάθε μέρα και να απορεί που αφήνουμε ανεκμετάλλευτο τόσο πλούτο.

Είναι η ώρα να βρούμε χειροπιαστές λύσεις. Να ξεπεράσουμε την πολιτική θεωρία, την πολιτική ρητορεία και να περάσουμε στην εφαρμοσμένη πολιτική. Να υλοποιήσουμε πολιτικές που θα έχουν αρχή, μέση και τέλος. Πολιτικές που θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών. Την ίδια στιγμή χρειάζεται να δώσουμε εκείνο το ειδικό βάρος που του αξίζει, στον στρατηγικό σχεδιασμό.

Για όλα όσα πρέπει να σχεδιαστούν και χρειάζονται χρόνο να εφαρμοστούν και να έχουν αντίκτυπο. Για όλα αυτά πρέπει να έχουμε υπομονή αλλά και να εγκαταλείψουμε τον μηδενισμό και την ειρωνεία.

Χρειάζεται να μάθουμε να σχεδιάζουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Να κοιτάμε δέκα και είκοσι χρόνια μπροστά, να σκεφτόμαστε έξω από το κουτί και να μπορούμε να δούμε λίγα χρόνια παρακάτω.

Τα μαθήματα της κρίσης εύκολα ξεχνιούνται. Η ανάγκη για συναίνεση και σύμπνοια για ένα κοινό στόχο είναι το πρώτο θύμα όταν η πιεστική ανάγκη της κρίσης φεύγει από το κάδρο. Από το ΓΕΣΥ στις Δημόσιες Μεταφορές και από το Κυπριακό στον φάκελο για το Χαλλούμι χρειάζεται να δουλέψουμε μαζί για τον κοινό στόχο. Να ξεπεράσουμε τις αντεγκλήσεις, να σταθούμε στα παπούτσια ο ένας του άλλου για να αντιληφθούμε και την οπτική όσων διαφωνούν μαζί μας. Σε αυτό το κλίμα συνεργασίας χρειάζεται να ερμηνεύσουμε και την έντονη πίεση της κοινωνίας για ουσιαστικά και χειροπιαστά αποτελέσματα.

Λευκωσία 13/12/2018