Συχνά ανάμεσα σε φίλους επιχειρώ μια συζήτηση για το Κυπριακό. Τι είναι αυτό που δίνει στην υπόθεση του Κυπριακού μια προοπτική επίλυσης; Γιατί να μην είναι η παρούσα διαπραγμάτευση “μια από τα ίδια”;

Κατανοώ τους πολίτες που χρόνια παρακολουθούν τις συζητήσεις για το Κυπριακό από τις τηλεοράσεις και διαπιστώνουν ότι πολλές φορές δεν έχουν ούτε άκρη ούτε τέλος. Ιδίως για τις νεότερες γενιές. Πρόκειται για συζητήσεις που στηρίζονται πάνω σε συνθήματα και στερεότυπα. Δυστυχώς ορισμένοι πολιτικοί θεωρούν ότι είναι καλύτερα να διαμορφώνει κανείς «μαύρες» εντυπώσεις στην κοινή γνώμη, παρά να επιχειρηματολογεί.

Ο μισός μας πληθυσμός σήμερα γεννήθηκε μετά το ’74. Οι προγονοί μας έχουν καταβάλει ακριβό τίμημα από την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή του 36% των εδαφών μας.

Όμως, αυτοί οι πολιτικοί κάνουν λάθος γιατί οι εποχές έχουν αλλάξει! Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν τα παχιά λόγια και συνθήματα. Είναι συχνά υποψιασμένοι ότι πίσω από αυτά βρίσκονται μικροκομματικά και ιδιοτελή συμφέροντα, όπως και σε πολλά μεγάλα ή μικρά ζητήματα που απασχολούν σήμερα τον τόπο μας.

Πεποίθησή μου είναι ότι η κυπριακή κοινωνία σήμερα ζητά από τους πολιτικούς σοβαρές και τεκμηριωμένες θέσεις που να λύνουν προβλήματα και όχι να τα διαιωνίζουν. Αυτή η απαίτηση όμως, αυξάνει και την ευθύνη όσων θέλουν να συμβάλουν στο να προχωρήσει ο τόπος. Με ενδιαφέρει πολύ να επικοινωνήσω με τον κάθε φίλο και συμπολίτη μου, με απλή και κατανοητή γλώσσα, σε όλα τα θέματα, πόσο ακόμα στο Κυπριακό.

Το Κυπριακό είναι ένα βαθύ τραύμα 41 χρόνων που αφαιρεί από τη ζωή μας πατρογονικές εστίες, χώρο να αναπτυχθούμε, ευκαιρίες να διοχευτεύσουμε πόρους και προσπάθεια για να ξεκολλήσουμε από το παρελθόν.

Ο μισός μας πληθυσμός σήμερα γεννήθηκε μετά το ’74. Οι προγονοί μας έχουν καταβάλει ακριβό τίμημα από την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή του 36% των εδαφών μας. Οι νεότερες γενιές δεν έχουν ζήσει σε συνθήκες ελεύθερης πατρίδας. Δεν το αξίζουν αυτό. Λόγω της ανάμιξης των προσφύγων με τους υπόλοιπους, σχεδόν οι πάντες σήμερα, έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χάσει περιουσίες και ευκαιρίες ενώ η τουρκική κατοχή, υποχρεώνει την πολιτεία να ξοδεύει τεράστια ποσά σε αντιπαραγωγικούς τομείς. Δεν το αντέχουμε, να ξεγράψουμε το μισό έδαφος της Κύπρου, όχι μόνο για την ιστορία μας, αλλά και για το μέλλον μας.

Θα είναι καλύτερα τα πράγματα αν φτάσουμε σε συμφωνία επανένωσης της Κύπρου στο πλαίσιο της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας; Σε αυτό το ερώτημα, που είναι καίριο και βάσιμο, χρειάζεται να σκεφτούμε με ορθολογισμό για να νικήσουμε το φόβο. Αν σκεφτούμε με αυτό τον τρόπο, τότε δημιουργούμε μια ελπίδα για τους ανθρώπους μας που είναι όμως, βάσιμη και τεκμηριωμένη. Η δική μου απάντηση είναι καταφατική! Τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα, από την άποψη τόσο της θέσης της Κύπρου στον σύγχρονο κόσμο της παγκοσμιοποίησης, όσο όμως, και της καθημερινής ζωής των πολιτών μας.

Εξηγώ! Από το 2004 και μετά πατάμε πάνω σε ένα στέρεο έδαφος που προσφέρει η ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Γλαύκος Κληρίδης έβαλε τη σφραγίδα του στην ένταξη κατά την τότε 10ετή διακυβέρνηση. Σήμερα το μέγιστο όφελος είναι η εδραίωση ενός αισθήματος ασφάλειας και σταθερότητας στον τόπο μας. Το επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι χώρες γύρω μας βρίσκονται σε κατάσταση αποσταθεροποίησης, ενώ η Κύπρος παραμένει μια όαση λες και μας χωρίζει από τις χώρες αυτές ένας ωκεανός, όχι μερικές δεκάδες ναυτικά μίλια. Στις διαπραγματεύσεις του Κυπριακού, ο κύριος πυλώνας της ασφάλειας θα πρέπει να είναι η ΕΕ και εκεί εστιάζει την προσπάθειά του ο πρόεδρος Αναστασιάδης.

Ας μη μας διαφεύγει όμως. Η μη επίλυση του Κυπριακού θα αποκόψει τα κατεχόμενα από τον κορμό της Κύπρου και θα ακολουθεί την πορεία της Τουρκίας. Εμείς θα έχουμε τα κατεχόμενα ένα είδος «συνόρων» με ασταθή περιοχή και με ανεξέλεγκτο πληθυσμό. Δεν θα είμαστε ποτέ μια φυσιολογική χώρα. Μάλιστα η Τουρκία θα είναι γεωστρατηγικά ανταγωνιστής μας και το κατεχόμενο τμήμα ένας μόνιμος τοπικός ανταγωνιστής στην οικονομία και τον τουρισμό. Δεν προβλέπω ότι θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε πλήρως ευκαιρίες που δημιουργούνται στον ενεργειακό τομέα.

Υπάρχει βέβαια στη σκέψη του καθενός και η καθημερινή ζωή. Η επίλυση του Κυπριακού θα αλλάξει πολλά πράγματα στον τρόπο που οικοδομείται το πολιτικό σύστημα και διεξάγεται η δημόσια συζήτηση. Αυτό είναι γεγονός! Δεν θα είμαστε μόνοι μας, θα χρειαστεί να δουλέψουμε και με τους Τουρκοκυπρίους. Αυτό όμως, δεν θα επηρεάσει την καθημερινή ζωή γιατί η Ελληνοκυπριακή Πολιτεία θα συνεχίσει να διοικείται από τους Ελληνοκυπρίους. Οι αρμοδιότητες που αφορούν την καθημερινότητα θα είναι στην κάθε κοινότητα ξεχωριστά.

Αυτά είναι κατά την άποψή μου μπορούν να γίνουν ξεκάθαρα και αντιληπτά σε κάθε νοήμονα άνθρωπο. Σε νηφάλιες συνθήκες, η κυπριακή κοινωνία διαθέτει μια συλλογική σοφία που στηρίζεται στη λογική για να φθάσει σε συμπεράσματα. Πάνω στη λογική και τον ρεαλισμό στηρίζω προσωπικά τη δύναμη της ελπίδας, ως αντίδοτο σε αυτούς που καλλιεργούν το φόβο.