με όλα τα κεκτημένα και υπερπρονόμια των υπαλλήλων τους που τα απολαμβάνουν μέχρι και σήμερα. Δάσκαλοι, καθηγητές, δημόσιοι, τραπεζικοί και υπάλληλοι των ημικρατικών οργανισμών ζουν σε ένα περιβάλλον που είναι δύσκολο να αντιληφθούν τις πραγματικότητες και τις αλλαγές στην κοινωνία. Οι δε ηγέτες ή και εκπρόσωποι των συντεχνιών αντιδρούν με μεγάλη καχυποψία σε ότι το καινούργιο ή και το διαφορετικό τους εισηγηθούν. Πέραν από τα εξόφθαλμα που καθηκόντως, δικαιολογημένα ή και αδικαιολόγητα αντιδρούν, σηκώνουν την παντέρια και σε κάθε καινούργια πρόταση, πριν την μελετήσουν και πριν καλά καλά τη συζητήσουν ακόμα και στα συλλογικά τους όργανα. Υπό τον φόβο ότι κάθε τι καινούργιο και διαφορετικό διαταράσσει το στατους κβο και ίσως στο μέλλον δημιουργήσει αλυσιδωτές αλλαγές, το απορρίπτουν εξ αρχής.

Στη συνέχεια, αρχίζουν να απειλούν. Όχι χυδαία ή επικίνδυνα. Με τον γνωστό συνδικαλίστικο τρόπο: Οι ψήφοι μας δεν είναι δεδομένοι σε κανέναν. Όποιος μας πειράξει είναι αυτόματα εχθρός μας. Και όσο οι πολιτικοί, και όσοι ασκούν πολιτική, φοβούνται ή νιώθουν απειλή για το δικό τους μέλλον, υποκύπτουν στις πιέσεις και είτε θάβουν τις εισηγήσεις στα τελευταία συρτάρια των γραφείων τους, είτε σφυρίζουν αδιάφορα. Έχουν το μυαλό τους στις επόμενες εκλογές και κάνουν πίσω. Πιστεύουν στις απειλές των ηγετών των συντεχνιών και αποφεύγουν να δουν την μεγάλη εικόνα. Ξεχνούν ακόμα και τα πραγματικά μεγέθη. Στο βωμό του να ικανοποιήσουν όσους συναντούν και συζητούν, αν συζητούν. Ξεχνούν ότι τα μέλη της ΟΕΛΜΕΚ για παράδειγμα είναι περίπου 6000 και οι εκλογείς περίπου μισό εκατομμύριο. Ξεχνούν για παράδειγμα ότι οι συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί είναι λιγότεροι από 1000 ενώ στον κατάλογο για διορισμό βρίσκονται πέραν των 40 χιλιάδων.

«Ο μεγαλύτερος πόλεμος που θα πρέπει να κερδηθεί είναι αυτός στην αλλαγή της νοοτροπίας μας στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το συντεχνιακό κατεστημένο.”

Χρειάζεται τόλμη για να πάμε μπροστά. Θα πρέπει ο κάθε πολιτευτής, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Βουλευτής, Υπουργός να σκέφτεται ότι δε θα διεκδικήσει ξανά δημόσιο αξίωμα. Να διαπραγματεύεται χωρίς να έχει στο μυαλό του ότι με αυτόν που σήμερα συζητεί ή τους όσους εκπροσωπεί θα χρειαστεί να τους ξαναζητήσει την ψήφο τους. Θα πρέπει να καταλάβουμε όλοι ότι η συνδιαλλαγή μας τελείωσε. Ότι η Κύπρος του δώσε μου τώρα να σου δώσω εγώ του χρόνου δεν υπάρχει πια. Είμαστε στην εποχή που όλοι πρέπει να δώσουμε.

Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν δεν μπορούν να περιμένουν. Τόσα χρόνια βάζουμε κάτω από το χαλί ότι δεν μας βολεύει. Αποδείξαμε πως είμαστε, ως κοινωνία και ως πολιτεία, ανέτοιμοι να αναλάβουμε από μόνοι μας την ευθύνη των πράξεων μας και να προβούμε σε αλλαγές. Έχουμε σήμερα την ευκαιρία για να αποδείξουμε ότι μπορούμε να βελτιωθούμε. Να αλλάξουμε τρόπο λειτουργίας. Σήμερα που είμαστε υπό επιτήρηση και που είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε τις δύσκολες και αναγκαστικές αλλαγές, ας τομλήσουμε να κάνουμε και άλλες, πέραν των συμβατικών μας υποχρεώσεων στους δανειστές μας. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν και άμεσα. Και το ξέρουμε όλοι. Η καθυστέρηση δε βολεύει κανένα. Πρέπει να τολμήσουμε και να πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που σήμερα θα δημιουργήσουν αντιδράσεις σε όσους επηρεάζονται, αλλά θα είναι ευεργετικές για το μέλλον, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Άλλωστε, και η ιστορία δικαίωσε όσους πολιτικούς στάθηκαν σταθεροί στις απόψεις τους και συγκρούστηκαν με συντεχνίες και κατεστημένα. Δικαίωσε όλους όσους είδαν την μεγάλη εικόνα και κινήθηκαν πέρα από μικροπολιτικές και μικροσυντεχνιακές σκοπιμότητες. Κανείς πολιτικός δεν έχασε τη μάχη όταν είχε ως όπλα του τη λογική και το δίκαιο. Είναι ίσως ο μεγαλύτερος πόλεμος που πρέπει να κερδηθεί. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν τολμούμε να ανοίξουμε τον πόλεμο. Τολμούμε;