κομμάτων είναι η σημερινή απάθεια των πολιτών που μάλλον θα μεταφραστεί σε ένα ψηλό ποσοστό αποχής. Η αποχή το 2004, στις πρώτες ευρωεκλογές, ήταν στο 30%. Στις αναλύσεις τα κόμματα απέδιδαν το ψηλό ποσοστό, ως διαμαρτυρία για το δημοψήφισμα που προηγήθηκε 50 μέρες πριν. Το 2009, το ποσοστό ανέβηκε στο 42%. Τότε, είπαν πως σημαντικός λόγος της αυξημένης αποχής ήταν το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος! Σε όλες τις χώρες η αποχή στις Ευρωεκλογές είναι μεγαλύτερη από άλλες, εθνικού επιπέδου εκλογές. Και αυτό σίγουρα έχει να κάνει με τον υποβαθμισμένο, σε σχέση με τα υπόλοιπα σώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δεν μπορεί όμως αυτό να αποτελεί δικαιολογία. Ότι δηλαδή εκ των πραγμάτων είναι “χαλαρές” εκλογές.

Η αποχή “φλερτάρει” με ένα νέο, αρνητικό ρεκόρ. Μπορεί να αποτραπεί; Μπορεί έστω να μειωθεί; Τι είναι αυτά που θέλουν οι ψηφοφοροί να συζητηθεί; Τι είναι αυτά που θέλουν να ακούσουν από τους πολιτικούς και τους υποψήφιος για να γυρίσουν και πάλι το βλέμμα τους σε αυτούς; Οι πολίτες βαρέθηκαν τον ξύλινο και κουραστικό λόγο. Τις γενικότητες και τους αφορισμούς. Τους καυγάδες για το ποιος ευθύνεται για τον ερχομό της τρόικα, ποιος έκανε τα λάθη στην οικονομία και ποιος όχι.

«Αν η συζήτηση προεκλογικά αναλωθεί στο ποιος έφερε την τρόικα, ποιος ευθύνεται για την κρίση και ποιο είναι το status quo του κυπριακού, η αποχή θα κτυπήσει κόκκινο. Οι πολίτες θέλουν να ακούσουν προτάσεις για το μέλλον και όχι άλλα μνημόσυνα.»

Οι ψηφοφόροι θα θέλουν να ακούσουν για την Ευρώπη. Για τα οφέλη που έχουμε ως πολίτες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά πιθανόν και για τα μειονεκτήματα της ΕΕ. Για τις χρηματοδότησεις που μένουν στα αζήτητα και μπορούμε με σωστό προγραμματισμό να τις κερδίσουμε. Για τις προοπτικές των Κύπριων πολιτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πράξη όμως και όχι στη θεωρία. Για τις ευκαιρίες εργοδότησης, για την ευκαιρίες ανάπτυξης. Για τις ευκαιρίες συνεργασιών με άλλες αντίστοιχες επιχειρήσεις από χώρες της ΕΕ. Για τα εφόδια που μας δίνονται για να καινοτομήσουμε. Για το πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που στο κάτω κάτω είναι για αυτό που θα ψηφίσουμε, μπορεί να αλλάξει και σε ποιο βαθμό την ζωή μας. Να συζητήσουμε γιατί νιώθουμε, και έτσι είναι, το ευρωκοινοβούλιο ως κάτι ξένο και απόμακρο; Μπορεί αυτό να αλλάξει; Και αν ναι, πως;

Το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν τις ευρωεκλογές σε εκλογές – δημοψήφισμα εναντίον της λύσης του Κυπριακού. Δεν έχουν και κάτι άλλο να πουν. Το ΑΚΕΛ, από την άλλη, θα προσπαθήσει να τις μετατρέψει σε ένα άλλο δημοψήφισμα: Εναντίον της Ευρώπης των μνημονίων και των πολιτικών που σκοτώνουν, όπως λένε, τους εργαζόμενους και φέρνουν μιζέρια σε όσες χώρες πέρασαν σε μνημόνιο. Και οι δύο αυτές “εκστρατείες – δημοψηφίσματα” το μόνο που θα καταφέρουν είναι να απομακρύνουν ακόμη περισσότερους ψηφοφόρους από τις κάλπες. Ιδιαίτερα η επιχειρηματολογία ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το όχημα των κακών της οικονομίας και της κοινωνίας. Πως γίνεται να μιλάς εναντίον της Ευρώπης και να περιμένεις από τους πολίτες να σε ψηφίσουν στις ευρωεκλογές; Οι ψηφοφόροι δεν πρόκειται να πάνε να ψηφίσουν διαμαρτυρία σε αυτές, και σε όλες τις επόμενες, εκλογικές αναμετρήσεις. αλλά ούτε για να απαντήσουν σε διλήμματα. Επίσης δε θα πάνε για να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην νέα κυβέρνηση, ή στη νέα ηγεσία του Συναγερμού και του ΔΗΚΟ.

Η αποχή θα μειωθεί αν οι ψηφοφόροι εκλάβουν θετικές παραστάσεις στην προεκλογική περίοδο. Αν ακούσουν από τα κόμματα και τους υποψήφιους εφικτές προτάσεις, εισηγήσεις και λύσεις που μπορούν να υλοποιηθούν. Η ατζέντα της συζήτησης θα πρέπει να απαντά στα μικρά και καθημερινά που οι ψηφοφόροι αναζητούν απαντήσεις. Χωρίς μεγάλα λόγια, παροξυσμούς, πολιτικούς καυγάδες που να θυμίζουν δεκαετία του 80, γινάτια και εγωκεντρικές προσεγγίσεις. Μπορούμε να ανταποκριθούμε;