Είναι φορές που η λογική χάνεται. Κάποιος μπορεί να πει πως η λογική χάνεται τις περισσότερες φορές. Και στην πολιτική συζήτηση, συνήθως χάνεται. Γιατί χάνεται η λογική είναι αυτό που λέμε η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική και δεν είναι. Χανόμαστε στην μετάφραση. Βάζουμε μπροστά άλλα εκτός από ζητήματα αρχών. Αφήνουμε πολλές φορές τις αλήθειες πίσω γιατί δεν μας βολεύουν. Κινούμαστε στον δημόσιο διάλογο με δεδομένο πως πρέπει να τσακωθούμε. Άλλες φορές βάζουμε μπροστά προσωπικά ζητήματα. Και αυτό είναι το χειρότερο.

Βασική μας αρχή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας για να εκλείψει η έλλειψη λογοδοσίας και η ατιμωρησία που οδηγούν στην ασυδοσία. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η έλλειψη αξιοπιστίας δεν είναι άσχετη με τις ατέρμονες έρευνες που εντείνουν το αίσθημα ατιμωρησίας. Η έλλειψη αξιοπιστίας των πολιτών προς τους πολιτικούς δεν είναι άσχετη με την έλλειψη λογοδοσίας. Και κάπου εκεί επικρατεί η ασυδοσία.

Την δημόσια συζήτηση πρέπει να την κάνουμε στην βάση αρχών. Είναι βασικό να το έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας. Όταν κινούμαστε πάνω σε αρχές θα μειώσουμε και τα λάθη. Θα αυξήσουμε και το ενδιαφέρον στην κοινή γνώμη. Θα κερδίσουμε ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, της κοινωνίας. Γιατί, όταν θα πορευόμαστε και θα μιλάμε στην βάση αρχών, δεν θα είμαστε ήξεις αφήξεις. Θα έχουμε συνέπεια, και θα είναι μια βασική αρχή που θα ξεκαθαρίσει και ιδεολογικά ζητήματα.

Τώρα θα μου πείτε γιατί τα γράφω αυτά τα γενικά και αόριστα. Γιατί ακριβώς πιστεύω πως είναι η ουσία των όσων περνάμε και αυτές τις μέρες. Είτε είναι τα καυτά ζητήματα στα χρηματοπιστωτικά, είτε είναι τα ζητήματα της παιδείας, είτε είναι ακόμα και το ζήτημα αυτό με το γλωσσάρι. Τα πολιτικά επιχειρήματα χρειάζεται να ακούγονται καθαρά. Να μιλάμε με απλά λόγια. Να μας καταλαβαίνουν οι πολίτες.

Βασική αρχή είναι ο σεβασμός μας στις έρευνες. Βασική μας αρχή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας για να εκλείψει η έλλειψη λογοδοσίας και η ατιμωρησία που οδηγούν στην ασυδοσία. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η έλλειψη αξιοπιστίας δεν είναι άσχετη με τις ατέρμονες έρευνες που εντείνουν το αίσθημα ατιμωρησίας. Η έλλειψη αξιοπιστίας των πολιτών προς τους πολιτικούς δεν είναι άσχετη με την έλλειψη λογοδοσίας. Και κάπου εκεί επικρατεί η ασυδοσία.

Την περασμένη Κυριακή στη Βουλή ψηφίσαμε για να διατηρηθεί η σταθερότητα. Και στην οικονομία, αλλά κυρίως στην κοινωνία. Οι επιλογές μας ήταν περιορισμένες. Και όταν παίρνουμε αποφάσεις, χρειάζεται να κάνουμε την ερώτηση για τις εναλλακτικές επιλογές που έχουμε. Την ίδια μέρα νομοθετήσαμε για να ενισχύσουμε το νομοθετικό πλαίσιο για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Για να προστατεύσουμε αυτούς που όντως χρειάζονται προστασία αλλά και για να ξεσκεπαστούν όλοι όσοι εκμεταλλεύονται τα παράθυρα, τις τρύπες την μέχρι πρότινος νομοθεσίας. Εδώ θα είμαστε να αξιολογούμε την εφαρμογή και την πρόοδο ή την μη πρόοδο.

Το ζήτημα είναι να καθορίζουμε τις προτεραιότητες, άρα και την επικαιρότητα και όχι η επικαιρότητα να καθορίζεται από αδιέξοδα. Οι άστοχοι χειρισμοί, οι λανθασμένες εκτιμήσεις, οι μελέτες και οι σχεδιασμοί που μένουν στα συρτάρια ή που γίνονται θέσφατο δεν βοηθούν. Από την άλλη χρειάζεται να γίνεται σε καθημερινή βάση ο διαχωρισμός των ρόλων. Όσο η Βουλή επιμένει να αντικαθιστά την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία οδηγούμαστε σε ζητήματα ανεδαφικής δημοκρατίας. Όσο δεν διαχωρίζουμε τον ρόλο και τα όρια ενός εκάστου αποτέλεσμα δεν θα έχουμε. Από την άλλη ο διάλογος, και η αντιπαράθεση των απόψεων δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Φτάνει να ξέρουμε όλοι τα όρια. Και τα δικά μας αλλά και των απέναντι.

Η κάθε συζήτηση χρειάζεται να γίνεται με αρχές. Με συγκεκριμένο πλαίσιο. Ο εξορθολογισμός, είτε στην παιδεία είτε σε άλλους τομείς δεν θα γίνει χωρίς να αναγνωρίσουμε όλοι ότι υπάρχει λίπος. Δεν θα γίνει ποτέ, αν δεν ξεκαθαρίσουμε πως χρειάζεται πολιτική βούληση. Και πως οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται και υλοποιούνται από την εκτελεστική εξουσία. Αυτή είναι βασική αρχή. Άλλη βασική αρχή βέβαια είναι και ο δομημένος κοινωνικός διάλογος που χρειάζεται να γίνεται. Με ειλικρίνεια και παραδοχές. Χωρίς αυτά να είναι ξεκάθαρα θα δυσκολευτούμε να συνεννοηθούμε. Δυστυχώς.