Όταν ο πατέρας μας μας πήγαινε στο παλιό ΓΣΠ κάθε δεύτερη Κυριακή, βλέπαμε τον Ολυμπιακό Λευκωσίας, φωνάζαμε, βρίζαμε σπανίως, κερδίζαμε σπανιότερα. Αλλά ήταν η εκτόνωσή μας. Βλέψεις πρωταθλητισμού δεν είχαμε ποτέ, ξέραμε εκ των προτέρων πως μάλλον θα χάναμε. Αλλά πάλι πηγαίναμε, ακόμα και στη 2η κατηγορία, για την εμπειρία, για την ομάδα. Πανηγυρίζαμε, ωστόσο, ακόμα και αυτές τις λίγες νίκες με την ψυχή μας.

Η φούσκα στο κυπριακό ποδόσφαιρο μεγάλωνε μέχρι πρόσφατα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Συμβόλαια παικτών, προπονητών, ακόμα και γυμναστών ήταν υπερτιμημένα, χορηγίες εκατομμύριων για τη φανέλα στις μεγάλες τουλάχιστον ομάδες, τηλεοπτικά δικαιώματα ακόμα πιο φουσκωμένα, όχι από όσο θα έπρεπε να ήταν, αλλά πολύ πιο ανεβασμένα από το τι μπορούσαν ή και μπορούν να αντέξουν οι τρεις τηλεοπτικές πλατφόρμες. Όλα αυτά σε μια περίοδο, που το στοίχημα γνώρισε τεράστια ανάπτυξη, οι κόκκινοι και κίτρινοι φάκελοι πάνε και έρχονται από την UEFA, και η μουρμούρα για στημένα είναι καθημερινή συνήθεια. Βάλτε στην εξίσωση πως τα χρέη των ομάδων της 1ης κατηγορίας για το 2013 είναι 73 εκατομμύρια, και πως εδώ και δέκα χρόνια δεν πλήρωσαν ΦΠΑ και η Πολιτεία τους κάνει πλάτες.

«Η φούσκα είναι έτοιμη να σκάσει. Στα μούτρα μας. Όχι επειδή τελείωσαν τα λεφτά. Αυτή είναι παράπλευρη απώλεια. Αλλά κυρίως γιατί τελείωσε η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο άθλημα.»

Την ίδια περίοδο, οι παράγοντες του ποδοσφαίρου απέκτησαν, και έχουν μέχρι και σήμερα, απίστευτη δύναμη. Το power game τους μάγεψε και τους μαγεύει, η επιρροή σε πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες ή και φορείς, το ότι αλλάζουν καρέκλες, και από παράγοντες ποδοσφαίρου μπορούν να βρεθούν σε βουλευτικό έδρανο ή στη διοίκηση τράπεζας και συνεργατικής, είναι ακόμα ένα σοβαρό στοιχείο που έδωσε παραπάνω αέρα ή ήλιο στη φούσκα. Οι ίδιοι παράγοντες, διαχρονικά, κατάφεραν παρέα με τους φίλους τους, πολιτικούς κυρίως, να παρουσιάσουν τον χουλιγκανισμό των γηπέδων ως θεριό αδάμαστο. Ως μάστιγα της κυπριακής κοινωνίας. Είχαν και έχουν βέβαια ως συμπαραστάτη και συνοδοιπόρο τη διαχρονική, επίσης, ανικανότητα της αστυνομίας.

Δεν θέλω να μειώσω και να υποτιμήσω το πρόβλημα της βίας στα γήπεδα. Αλλά θεωρώ πως από ένα σημείο και μετά, λέμε τα ίδια και τα ίδια παραμύθια, χωρίς ουσιαστικά να γίνεται κάτι δραστικό. Οι διοικήσεις παίζουν βρόμικο παιχνίδι. Υποθάλπουν τους λεγόμενους «γνωστούς άγνωστους», τους δίνουν στέγη και κάλυψη για να τους έχουν του χεριού τους, να τους χρησιμοποιούν όπως και όπου θέλουν. Ακούμε εδώ και χρόνια για αγγλικό μοντέλο, για επισκέψεις παραγόντων από εδώ και από εκεί για να βρουν λύσεις. Βέβαια, χωρίς μέχρι σήμερα καμία αλλαγή. Αν συγκρίνεις την ασφάλεια των γηπέδων πριν από 20 χρόνια και σήμερα, δεν θα βρεις καμία αλλαγή. Έχουμε μόνο περισσότερους τραυματισμούς και συνεχείς συμπλοκές οπαδών. Είτε μέσα στα γήπεδα, είτε έξω, είτε μεταξύ τους, είτε με την αστυνομία.

Η φούσκα είναι έτοιμη να σκάσει. Στα μούτρα μας. Όχι επειδή τελείωσαν τα λεφτά. Αυτή είναι παράπλευρη απώλεια. Αλλά κυρίως γιατί τελείωσε η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο άθλημα. Δεν το θεωρεί τρόπο διασκέδασης. Ξέρει, ακόμα και ο πιο απομακρυσμένος φίλαθλος, πως το παιχνίδι είναι στημένο. Πως κάποιοι κάνουν ξέφρενο πάρτι στο στοίχημα, άλλοι κάνουν τις δουλειές τους, άλλοι παίζουν πολιτικά παιχνίδια. Αφήστε τα εσωτερικά των ομάδων. Άλλα παιχνίδια εκεί. Και θα μου πείτε, ευλόγως ότι αυτά γίνονταν πάντα. Μάλλον ναι είναι η απάντηση. Με τη διαφορά ότι τότε σχεδόν τα πάντα έμεναν κρυφά, ενώ τώρα η πληροφορία τρέχει.

Μάλλον η σωτηρία του αθλήματος είναι να σκάσει η φούσκα. Και να βγουν από μέσα, όλα τα αποστήματα μαζί με τα αέρια. Να διαλυθούν τα κατεστημένα και να σβήσουν τα power games. Εκεί, χωρίς λεφτά, με τις ομάδες υπερχρεωμένες, χωρίς φιλάθλους, με λιγοστούς οπαδούς, θα αναγκαστεί το σύστημα να ξαναστήσει από το μηδέν το κυπριακό ποδόσφαιρο. Είμαι αισιόδοξος πως σε εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο θα εκλείψει και η βία. Εντός και εκτός γηπέδων. Θα παραδώσουν οι παράγοντες, μαζί όλα τα άλλα, και τους μηχανισμούς των χούλιγκαν. Ελπίζω η Πολιτεία να είναι έτοιμη να τους παραλάβει.