Ειπώθηκαν πολλά, αχρείαστα πολλές φορές. Η δική μου άποψη είναι πως τα αποτελέσματα μπορεί να τα διαβάσει ο κάθε πολίτης. Να κάνει συγκρίσεις και αναλύσεις. Ό,τι κι αν ειπώθηκε από τα κομματικά επιτελεία τη νύχτα των εκλογών, σίγουρα δεν μπορεί να αποτυπώσει το πραγματικό αποτέλεσμα. Όλοι είναι νικητές. Κανείς δεν έχασε, κανείς δεν λυπάται.

Όλο αυτό το ψεύτικο και υπερβολικό που προσπαθούν και οι εξόφθαλμα χαμένοι να βγάλουν προς τα έξω ενισχύει την υποκρισία που νιώθουν οι πολίτες προς το πολιτικό και κομματικό σύστημα. Ενισχύει την αποστροφή τους, όχι προς πρόσωπα ή καταστάσεις απαραίτητα, αλλά προς τον λαϊκισμό και την δίχως δεύτερη σκέψη αράδιασμα μπαρούφων από τους κομματικούς εγκέφαλους.

«Τα κόμματα σήμερα χρειάζονται rebranding, λίφτινγκ, ανανέωση, όπως θέλετε πείτε το. Χάνουν σιγά σιγά το έρεισμά τους στην κοινωνία. Και μαζί παρασύρουν και τη δημοκρατία που δεν έφταιξε σε τίποτα και σε κανέναν»

Οι εποχές της προσωπολατρίας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τότε, που οι πολίτες, οι οπαδοί των κομμάτων κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη των αρχηγών τους και ήταν έτοιμοι να πέσουν και στον γκρεμό. Τότε, η πολιτική και οι πολιτικοί είχαν ως ακροατήριο το 100% των πολιτών. Τότε κέρδιζε πόντους, αυτός που λαΐκιζε πιο πολύ. Αυτός που έπαιρνε, πονηρά σκεπτόμενος, Προτάσεις Νόμου στη Βουλή και βόλευε περισσότερους. Αυτός που πολιτευόταν με οδηγό του τη συνδιαλλαγή. Που ήξερε πως παραμονές των εκλογών, επειδή η μνήμη μας είναι χρυσόψαρου, μπορούσες να ανατρέψεις ακόμα και αποτελέσματα, αν κανόνιζες εκείνο το νομοσχέδιο για τους ΕΠΥ ή για τις τράτες ψαρέματος, ή για εκτάκτους ή για συμβασιούχους. Και είναι σκληρή αλήθεια πως πάντα το πολιτικό προσωπικό, ακόμα και σήμερα σε μεγάλο βαθμό, ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τους προνομιούχους. Ακούμε συζητήσεις για τους τραπεζικούς, για τους καθηγητές, για τους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς, τους βαριάνους, για τους κυβερνητικούς, τους ημικρατικούς. Ακόμα και την εβδομάδα που μας πέρασε, δύο μέρες μετά από εκλογές. Βέβαια να πούμε και του στραβού το δίκαιο, μέχρι πρόσφατα ήμασταν σχεδόν όλοι βολεμένοι, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο.

Κανείς μέχρι σήμερα δεν ασχολήθηκε με τους ανέργους. Με τους υποψήφιους ανέργους. Και μη μου πείτε για τα σχέδια της ΑΝΑΔ. Παυσίπονα είναι, ενώ υποφέρεις από ρευματισμούς. Κανείς δεν είπε, δεν τόλμησε να πει, μια εισήγηση που να λειτουργήσει εις βάρος των βολεμένων και να ενισχύσει λίγο τους αβόλευτους. Όλοι σκέφτονται το πολιτικό κόστος. Αυτό που βλέπουμε βέβαια. Διότι το πολιτικό κόστος που δεν βλέπουμε είναι ακόμα μεγαλύτερο.

Τα κόμματα σήμερα χρειάζονται rebranding, λίφτινγκ, ανανέωση, όπως θέλετε πείτε το. Χάνουν σιγά σιγά, το έρεισμά τους στην κοινωνία. Και μαζί παρασύρουν και τη δημοκρατία που δεν έφταιξε σε τίποτα και σε κανένα. Θυσιάζουμε τη δημοκρατία, επειδή τα κόμματα έμειναν 20 χρόνια πίσω. Σκέφτονται και λειτουργούν χωρίς να υπολογίζουν το τι συμβαίνει γύρω τους. Είναι εκτός του DNA τους η τεχνολογία, δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την κοινωνική διεργασία, δεν μπορούν να διαχειριστούν την ανεργία και τα κοινωνικά προβλήματα.

Το αποτέλεσμα της τενέκκας λοιπόν είναι εκεί. Αριθμοί και ποσοστά για κάθε κόμμα, συνδυασμό και υποψήφιο. Διαθέσιμα για να γίνουν χιλιάδες αναλύσεις. Για τους νικητές, τους πραγματικούς και τους ηθικούς, τους χαμένους, υπολογισμούς για τις βουλευτικές του 2016, ποια κόμματα θα επιβιώσουν και ποια θα δυσκολευτούν. Σε ποιες κάλπες έχασαν ποσοστά το τάδε κόμμα, και σε ποια χωριά ανέβηκε ο δείνα υποψήφιος.

Το ζητούμενο όμως δεν είναι η τενέκκα αλλά η κάλπη. Σε αυτά τα αποτέλεσμα πρέπει να επικεντρωθούμε. Να αναλύσουμε, με ειλικρίνεια και σε βάθος, τη γενιά που έχει μισοκλείσει την πόρτα στα κόμματα και στο πολιτικό σύστημα. Να τους μιλήσουμε, ξανά και ξανά, και να αναλύσουμε τα θέλω τους. Είμαι σίγουρος πως αυτά τα θέλω τους, θα ελαφρύνουν και την κομματική διεργασία όπως την ξέρουμε σήμερα. Θα θέλουν λιγότερο λαϊκισμό και περισσότερη ουσία. Λιγότερο βόλεμα αλλά πραγματική παραγωγή πολιτικής. Ίσως έτσι η πόρτα να ανοίξει. Διαφορετικά, θα κλείσει ερμητικά.