Αντικατοπτρίζει βέβαια και την εικόνα μας. Όχι μόνο των καθηγητών που εκλέγουν την (ίδια) ηγεσία τους κάθε τρία χρόνια αλλά και ευρύτερα. Όταν έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν στα χέρια τους τόση δύναμη για να αποφασίζουν όχι μόνο για το τι θα διδαχθούν τα παιδιά μας, αλλά και το πώς, τότε είμαστε καταδικασμένοι.

Αφορμή η συζήτηση για το μάθημα της ομοσπονδίας ή μάλλον η ίδια η λέξη ομοσπονδία. Γιατί τελικά, άσε τι λέμε 40 χρόνια για να ακούει το κοινό (μας), μάλλον δεν θέλουμε ομοσπονδία. Όταν απορρίπτουμε, όσοι απορρίπτουμε, ακόμα και την προκαταρκτική συζήτηση για τη διδασκαλία (λέξη βαριά, θυμίζει κατήχηση) ή την ενημέρωση (καλύτερα, παραπέμπει σε κάτι που αφορά άλλους, όχι εμάς) στα σχολεία για τα ομοσπονδιακά συστήματα, γιατί κάποιος να μην επιχειρηματολογήσει ότι όσοι αντιδρούν είναι εναντίον της ομοσπονδίας;

«Όσο οι προτεραιότητές μας ως χώρας και ως συστήματος εκπαίδευσης δεν ξεκινούν από τα παιδιά αλλά από τους βολεμένους καθηγητές, θα παραμένουμε στον πάτο»

Και προφανώς δεν μιλώ μόνο για τους καθηγητές. Αναφέρομαι πρωτίστως στους πολιτικούς και μετά για όλους τους άλλους. Απλώς η ηγεσία της ΟΕΛΜΕΚ, που παραμένει παρεμπιπτόντως η ίδια τα τελευταία τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια που θυμάμαι, ως μέρους του «βαρέως» συστήματος των βολεμένων της Κύπρου, εκφράζεται πιο εύκολα, με άνεση και τσαμπουκά, συνεπεία μάλλον της καλοπέρασής τους.

Οι της ΟΕΛΜΕΚ, λοιπόν, θεωρούν ή θέλουν να μας πείσουν ότι θεωρούν πως το σχολείο είναι το ίδιο με αυτό του 1980. Πως ό,τι λένε από καθέδρας είναι θέσφατο και δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Πως μπορούν να χειραγωγήσουν τα παιδιά με τα μαθήματα και τις διαλέξεις τους, και να τα χειριστούν όπως οι ίδιοι θέλουν. Ακόμα να καταλάβουν πως ζούμε στο 2014, και οι μαθητές μας σήμερα έχουν τον κόσμο όλο στην παλάμη τους. Πως μπορούν να τους αμφισβητήσουν, όχι με παραπομπή σε πηγές σκονισμένων βιβλίων, αλλά από το κινητό τους ζωντανά στην τάξη. Η ηγεσία των καθηγητών, που θεωρεί απαραίτητη τη διδασκαλία του πώς τα παιδιά να ράβουν κουμπιά ή να φτιάχνουν ομελέτες, δεν αγγίζει, δεν θέλει να ξεβολευτεί στην ουσία, όχι το τι είναι ομοσπονδία και πώς εφαρμόζεται σήμερα αλλού, αλλά και άλλα πιο ανώδυνα ζητήματα, όπως για παράδειγμα τη διδασκαλία σύγχρονων τεχνολογιών στα σχολεία.

Οι εκπαιδευτικοί του Υπουργείου Παιδείας είναι με διαφορά οι πιο βολεμένοι στην κυπριακή κοινωνία. Είναι και οι πιο αντιδραστικοί, σύμπτωμα και αυτό της καλοπέρασής τους. Οποιαδήποτε εισήγηση προέρχεται από άλλον, πέραν της ΟΕΛΜΕΚ, είναι καταδικασμένη. Η κατάργηση της επετηρίδας, η απομάκρυνσή τους από διοικητικά καθήκοντα είναι θέματα που «έπαιξαν» τη φετινή χρονιά. Την ίδια ώρα, κανένας, μα κανένας, δεν τολμά να αγγίξει την παράνομη απογευματινή τους ενασχόληση, και τα μαύρα, κατάμαυρα λεφτά που βγάζουν για δεκαετίες από τα φροντιστήρια στα σπίτια. Να μη μιλήσουμε για τη συζήτηση που πρέπει να γίνει για τη χρήση των σχολικών μονάδων τους δύο καλοκαιρινούς μήνες και την αξιοποίηση των καθηγητών.

Δεν είναι τυχαίο που είμαστε τελευταίοι στις αξιολογήσεις. Και τελευταίοι θα μείνουμε όσο δεν αλλάζουμε ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την παιδεία. Για όσα ακόμα χρόνια, ξεκινάμε από πάνω προς τα κάτω και όχι ανάποδα, για τόσα χρόνια θα μένουμε στον πάτο. Όταν οι προτεραιότητές μας ως χώρας και ως συστήματος εκπαίδευσης δεν ξεκινούν από τα παιδιά, αλλά από τους βολεμένους καθηγητές είμαστε καταδικασμένοι στον πάτο. Και ο πάτος δυστυχώς δεν αφορά μόνο τις αξιολογήσεις και τις επιδόσεις στα σχολεία, μεταφέρεται αυτόματα και ολόκληρος στο πιάτο της κοινωνίας μας. Γιατί αν οι σημερινοί μαθητές είναι οι τελευταίοι στην Ευρώπη, οι αυριανοί πολίτες θα είναι σίγουρα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι.

Και κάτι τελευταίο για την ομοσπονδία. Η συζήτηση ξεγύμνωσε την υποκρισία μας. Λέμε εδώ και 40 χρόνια για τις ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου αλλά φοβόμαστε να μιλήσουμε για αυτές στα παιδιά μας. Αν δεν θέλουμε ομοσπονδία, ας το πούμε τώρα. Να κάνουμε δημοψήφισμα, να τοποθετηθούμε όμως όλοι με ειλικρίνεια, και από το αποτέλεσμα να χαράξουμε τη νέα στρατηγική για την οποία κόπτονται κάποιοι σήμερα. Αν το αποτέλεσμα είναι αρνητικό, να «μουντάρουμε» τουλάχιστον, να πάρουμε εδάφη.