τις επιθυμίες της μάζας του λαού ενάντια στις ελίτ. Το λεξικό του Cambridge ορίζει τον λαϊκισμό ως «πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού». Άρα επιστημονικά, ο όρος είναι αξιακά ουδέτερος, αν και διαχρονικά απέκτησε αρνητική και φορτισμένα ιδεολογική χροιά.

Στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, όπου ο λαϊκισμός ανθεί, άλλωστε δεν ξεχωρίζει χώρες ή και χώρους, τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Από τη μία ο «αριστερός» λαϊκισμός τα βάζει με τις οικονομικές ελίτ, ενώ ο «δεξιός» λαϊκισμός, όπου υπό τον μανδύα της ριζοσπαστικής Δεξιάς ολοένα ισχυροποιείται και εχθρεύεται, εκτός από τις οικονομικές ελίτ, και τις ελίτ της γνώσης, τους «ψαγμένους», τους «φιλότεχνους», τους «κουλτουριάρηδες». Ο πολιτικός λαϊκισμός είναι πιο πρόσφορος σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Βρίσκει ευήκοα ώτα πρόθυμα να υιοθετήσουν συνθήματα που αφορούν την προστασία τους, και ταυτόχρονα είναι έτοιμοι να στοχοποιήσουν ό,τι απειλεί το υφιστάμενο στάτους κβο και ιδιαίτερα τις «ελίτ» που δρομολογούν τις αλλαγές.

«Οι πολιτικοί μας πρέπει να επιλέξουν αν θα λειτουργούν με βάση τον λαϊκισμό ή με βάση τη ρεαλιστική διαχειριστική λογική»

Το παράδοξο στην Κύπρο τώρα έγκειται στο γεγονός πως οι εκπρόσωποι του λαϊκισμού προσπαθούν να «παντρέψουν» τα συμφέροντα της μάζας του λαού με αυτά των ελίτ. Προφασιζόμενοι δηλαδή το συμφέρον του απλού κοσμάκη περνούν διά της τεθλασμένης τα συμφέροντα των ελίτ. Διαχρονικά δηλαδή, όχι μόνο τις εβδομάδες που μας πέρασαν. Μα αυτά δεν γίνονται. Ή το ένα θα κάνεις ή το άλλο. Στο τέλος, εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της ελίτ, και ο λαός αρκείται στις υποσχέσεις για απόδοση της αλήθειας και του δικαίου στα νέα μέρα που ξημερώνει. Φαύλος κύκλος. Το πρόβλημα είναι πως ο λαός, επειδή έχει ανάγκη να πιστέψει πως τώρα είναι η ώρα να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά του, ξαναχάβει το παραμύθι.

Μέχρι το 2000 περίπου τα πράγματα στην Κύπρο ήταν πολύ πιο εύκολα. «Ψέκαζες» με ένα Κυπριακό και καθάριζες. Κανείς δεν ασχολήθηκε σοβαρά με κάτι άλλο. Σχεδόν όλα ήταν στημένα στο πόδι. Από την παιδεία, την εσωτερική διακυβέρνηση, την αστυνομία, τις φυλακές, την οικονομία, τον τουρισμό. Φτάνει να βγαίναμε από πάνω, να επιπλέαμε. Όλο το βάρος έπεφτε στο Κυπριακό. Ο λαϊκισμός ήταν ακόμα πιο εύκολος εκεί και εντελώς δωρεάν. Το ζητούμενο ήταν τα ντεσιμπέλ του χειροκροτήματος. Έλεγε ο καθένας ό,τι ήθελε, φτάνει να άρεσε στο ακροατήριο. Σήμερα όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Ο καθένας κρίνεται καθημερινά. Οι σημερινές αποφάσεις των πολιτικών έχουν αντίκτυπο αύριο, κυριολεκτικά αύριο. Οι εποχές τού «λέω ό,τι θέλω» έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Οι πολιτικοί μας πρέπει να επιλέξουν αν θα λειτουργούν με βάση τον λαϊκισμό ή με βάση τη ρεαλιστική διαχειριστική λογική. Δεν γίνεται τη μία εβδομάδα να είναι λαϊκιστές και την άλλη ρεαλιστές.

Ο λαϊκισμός θα αποτελεί πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ο λαϊκισμός και η ρεαλιστική πολιτική θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν με τον ένα να υπερισχύει του άλλου, αναλόγως των συγκυριών και των δεδομένων. Η διαπάλη των δύο αυτών φορέων, ήταν και πάντα θα παραμείνει διαρκής. Σε δύσκολες περιόδους, σαν αυτή που διανύουμε, με την εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα να είναι στα αζήτητα, οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς λαϊκή συναίνεση. Πόσω μάλλον όταν αυτές οι μεταρρυθμίσεις αλλάζουν άρδην τον τρόπο που ζούσαμε τόσα χρόνια. Οι πλατιές λαϊκές μάζες είναι απαραίτητες στη συναίνεση που αναζητείται. Ο λαϊκισμός με την αρνητική του έννοια, αναδεικνύει τη ρεαλιστική διαχειριστική λογική. Ο λαϊκισμός με την ουδέτερη, επιστημονική έννοιά του καθορίζει την πειστικότητα στις λαϊκές μάζες. Ο λαϊκισμός made in Cyprus είναι όμως ασύμμετρα επικίνδυνος.