ούτε ένα μολύβι. Δεν είχα όρεξη. Τελειόφοιτος. Επιτέλους. Τι επιτέλους δηλαδή; Κουρασμένος θα πάω. Εντατικά ιδιαίτερα εδώ και δύο βδομάδες. Για να φτάσουμε την ύλη λένε. Τα πρωινά μαθηματικά, τα απογεύματα φυσική. Νέα Ελληνικά πήγαμε μόνο δύο φορές. Σαν τους λωποδύτες τρέχουμε. Από σπίτι σε σπίτι. Ξέρεις, παράνομα. Μαύρα. Οι καθηγητές φοβούνται ακόμα. Αν και έχει χρόνια να τους κυνηγήσουν. Παίρνουν τα μέτρα τους. Έκπτωση όμως δεν κάνουν. Οι τιμές οι ίδιες με πριν τέσσερα χρόνια που έδωσε Παγκύπριες ο αδελφός μου. Δείχνουν όμως κατανόηση στον τρόπο πληρωμής. Κάνουν ευκολίες. Πάλι καλά.

Από τη μέρα που ξεκίνησα τα ιδιαίτερα, σκέφτομαι σοβαρά το μέλλον μου. Για το τι θα σπουδάσω. Μην με ρωτήσετε τι θέλω. Δεν ξέρω ποια είναι η απάντηση. Και δεν ξέρω προς τα που να κοιτάξω. Αυτό είναι το θέμα. Οι φίλοι μου μια από τα ίδια. Όλοι χαμένοι στον ορυμαγδό της νέας Κύπρου. Με απομυθοποιημένα όλα όσα ξέραμε μέχρι πριν από δύο χρόνια. Να γίνεις ηλεκτρολόγος για να δουλέψεις στην cyta ή την ΑΗΚ, να σπουδάσεις οικονομικά για μια μπεις σε μια τράπεζα.

«Μας λένε να αγαπάμε μια πατρίδα που δεν αγαπούν αυτοί που μας το λένε. Μας λένε να έχουμε όραμα για μια πατρίδα, αυτοί που οράματα βλέπουν μόνο στον ύπνο τους»

Τώρα θα πρέπει να το ψάξω. Μακάρι να μπορούσα ν’ αναβάλω το ψάξιμο. Αλλά δεν γίνεται. Και αυτό θα πρέπει να το κάνω μόνος μου. Ή σχεδόν μόνος μου. Οι γονείς μου φοβούνται να μου πουν μην τους χρεώνω μια ζωή τη λανθασμένη απόφαση που θα με συμβουλέψουν να πάρω. Οι καθηγητές ζουν στον κόσμο τους. Θέλουν να πάρουν τις προαγωγές τους, να σχολάζουν στην ώρα τους. Έρχονται στην τάξη άνευροι και άοσμοι. Ξέρουν, πως θα πάμε φροντιστήριο και δεν έχουν άγχος. Άλλωστε, έχουν καταφέρει να περάσουν το μήνυμα πως πρώτος την ευθύνη, για την αποτυχία πρωτίστως και για την επιτυχία δευτερευόντως, την έχει ο απογευματινός δάσκαλος, όχι ο πρωινός. Παραπαιδεία λέγεται, με μια λέξη. Βέβαια, για να μην τα ρίχνουμε όλα στους δασκάλους, το ψάρι βρομάει από το κεφάλι. Υπάρχει πρόβλημα παιδείας. Ποτέ το σχολείο δεν δούλεψε με την κρίση μας. Δουλεύει μονίμως με τη μνήμη μας. Και κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε με τα ναρκωτικά στα σχολεία που περνούν μπροστά στα μάτια μου, άλλα ούτε και με τον χιλιοειπωμένο σχολικό εκφοβισμό. Ούτε ρώτησε ποτέ κανείς αν είναι για δέσιμο μερικοί από τους καθηγητές. Ήρθε η σειρά σου, μπαίνεις.

Παλαιότερα τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Φαντάζομαι δηλαδή. Ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν είχε. Στην Αγγλία ήταν πανάκριβα. Τι σου έμενε λοιπόν; Η Ελλάδα. Έδινες, και όπου περνούσες πήγαινες. Η τύχη καθόριζε το μέλλον σου. Η ρουλέτα του συστήματος. Άλλωστε, τότε όλοι έβρισκαν δουλειά. Οι πιο τυχεροί στην κυβέρνηση, σε ημικρατικό, σε τράπεζα. Οι «άτυχοι» μια δουλίτσα θα την έβρισκαν. Θα σχολνούσαν πιο αργά, αλλά ανεργία δεν είχε. Τώρα όμως; Τώρα θέλουμε να είμαστε δημιουργικοί. Αυτό το καταλαβαίνουμε. Ξέρουμε πως όταν επιστρέψουμε από τις σπουδές μας, όσοι θα φύγουμε, και όσοι αποφασίσουμε να έρθουμε πίσω, θα πρέπει να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει ν’ αγαπάμε αυτό που κάνουμε, ή να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Και τι ξέρεις στα δεκαεπτά σου για να ξέρεις τι αγαπάς και τι θέλεις;

Μας λένε να αγαπάμε την πατρίδα μας. Και να έχουμε όραμα γι’ αυτήν. Να γυρίσουμε απ’ τις σπουδές μας και να την κάνουμε καλύτερη. Να αγαπάμε μια πατρίδα, μας λένε, που η ίδια δεν έχει όραμα. Μάλλον που ποτέ δεν είχε. Που τρέχει να κλείνει τρύπες. Που συνεδριάζει η Βουλή της μεσάνυχτα και Σάββατα για να περάσει νομοσχέδια για να πάρει λεφτά να βγάλει το χειμώνα. Μας λένε να αγαπάμε μια πατρίδα που δεν αγαπούν αυτοί που μας το λένε. Μας λένε να έχουμε όραμα για μια πατρίδα, αυτοί που οράματα βλέπουν μόνο στον ύπνο τους. Και μείναμε εμείς, έφηβοι, φαντάροι, φοιτητές, να αναζητούμε τη δική μας πυξίδα σε μια πατρίδα χωρίς προσανατολισμό. Και είμαστε μόνοι, μαθητές χωρίς στολή, χωρίς παιδεία, να ψάχνουμε για οράματα. Για μας και την πατρίδα. Κλείνουμε τα μάτια. Σκοτάδι παντού.

*Σκέψεις τελειόφοιτου μαθητή