εδώ ευθιξία δεν έχουμε. Πρώτα πρώτα δυσκολευόμαστε να απολογηθούμε ακόμα και για τα πιο απλά. Για ένα λάθος στη δουλειά ή μια παράληψη στο σπίτι. Θα βρούμε μια δικαιολογία να πούμε, πολλές φορές και άσχετη με το θέμα, για παράδειγμα, είμαι κουρασμένος, ξέρεις πόσα πράγματα κάνω εγώ και άλλα πολλά. Και σιγά σιγά, όταν δεν απολογηθείς την πρώτη, ούτε και τη δεύτερη φορά, βλέπεις πως αυτή η τακτική «περνά», γίνεται αποδεκτή, αποφασίζεις πως αυτό θα κάνεις μια ζωή. Θα λες μια δικαιολογία, άντε το πολύ και ένα «αναλαμβάνω την ευθύνη», χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο, και θα πηγαίνεις πάρα κάτω.

Με αυτά και με αυτά γεμίσαμε μια Κύπρο άνευ ευθιξίας. Από τους Συνδέσμους Γονέων στα δημοτικά σχολεία 50 μαθητών, μέχρι και τους υπουργούς και τους γενικούς διευθυντές. Είναι θέμα κουλτούρας και τρόπου ζωής. Από τη στιγμή που στον δημόσιο βίο κανείς, μα κανείς, δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει για τις μπαρούφες που είπε, πόσω μάλλον για τα όσα έχει κάνει, γιατί να λογοδοτήσουν όλοι οι άλλοι; Το παράδοξο είναι ότι ενώ ξέρουμε πως έχουμε ως κοινωνία μνήμη χρυσόψαρου, αρνούμαστε να χρησιμοποιήσουμε αυτή μας την ιδιότητα για θετικό σκοπό. Προτιμούμε να μας σφάζουν με το βαμβάκι παρά να κάνουμε το αυτονόητο.

«Η δήλωση του Χριστόδουλου Χριστοδούλου την περασμένη Παρασκευή έξω από τα δικαστήρια αντανακλά μία μουχλιασμένη νοοτροπία»

Από εκεί και πέρα, όλοι όσοι βρίσκονται στα ενδιάμεσα στάδια ακολουθούν τον δρόμο που διαχρονικά χαράζουν οι ηγέτες τούτου του τόπου. Η λέξη παραίτηση είναι στις προτάσεις μας μόνο αν ακολουθεί η λέξη προαγωγή ή αν ακολουθεί άλλη πρόταση με διορισμό σε άλλη θέση. Παραίτηση για λόγους ευθιξίας ή για λανθασμένους χειρισμούς σπανιότατα ζήσαμε. Αντίθετα, αν νιώσουν την ανάγκη να δικαιολογηθούν θα βγουν και από πάνω. Θα μας πουν ότι όλα τα κάνουν τέλεια και ότι φταίει η πρότερη κατάσταση που κληρονόμησαν και άλλα τέτοια. Ή ακόμα χειρότερα θα τα ρίξουν στην κυπριακή κοινωνία και στη νοοτροπία μας.

Η δήλωση, για παράδειγμα, του Χριστόδουλου Χριστοδούλου την περασμένη Παρασκευή έξω από τα δικαστήρια αντανακλά ακριβώς αυτή τη μουχλιασμένη νοοτροπία. Λίγο πολύ μας είπε πως φοροδιαφεύγει, πως κάνει ό,τι κάνει η μισή Κύπρος, πως είναι τίμιος και έχει το κούτελό του καθαρό. Και πως εντάξει, θα πληρώσει τους φόρους του. Αυτός ο άνθρωπος, που εξίσωσε εαυτόν με τον μέσο συμπολίτη μας, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και Εσωτερικών και διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. Τόσο απλά και τόσο όμορφα. Ζήτησε μάλιστα και τα ρέστα για τον διασυρμό του ονόματός του. Ισχύει βέβαια και εδώ το «ό,τι δηλώσεις είσαι» και η ζωή συνεχίζεται.

Αυτά απασχολούν την επικαιρότητά μας. Και εδώ είναι και η τεράστια ευθύνη πέραν των πρωταγωνιστών των δελτίων ειδήσεων, των πολιτικών, και των μέσων μαζική ενημέρωσης. Αυτή την εβδομάδα, είχαμε δύο εξελίξεις στην Κύπρο, που πέραν της ιστορικής και μεγάλης τους σημασίας μάς επηρεάζουν άμεσα. Η σαφής απόφαση της Κύπρου για συμμετοχή στη συμμαχία εναντίον των τζιχαντιστών και του ισλαμικού κράτους και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αγορά τιτλοποιημένων δανείων από Ελλάδα και Κύπρο. Η αντίδραση των κομμάτων και των πολιτικών μουδιασμένη και στα δύο θέματα. Πολύπλοκα θα μου πείτε και δυσνόητα. «Πούλησε» πολύ πιο εύκολα η αντιμνημονιακή συμμαχία υπό τον Νικόλα Παπαδόπουλο. Βόλεψε και το ΑΚΕΛ που του ήρθε ως σωσίβιο στη μοναξιασμένη του θάλασσα, αλλά η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι βλέπουν το συγκεκριμένο θέμα ως το υποκατάστατο του Κυπριακού για να έχουν και αυτοί λόγο στα μικρόφωνα των τηλεοράσεων και στο πλάνο των φωτογραφιών. Το γεγονός πως η πρωτοβουλία ανήκει στον Νικόλα ενοχλεί μόνο τη Συμμαχία Πολιτών και τον Γιώργο Λιλλήκα και γι’ αυτό άλλωστε απέχουν. Τους υπόλοιπους, αν και δεν είναι το καλύτερό τους, δεν τους ενοχλεί και τόσο. Είναι αυτό που λέμε win win situation.

Η ευθιξία πριν φτάσει στο έσχατο σημείο απόδοσής της, αυτό της παραίτησης, μπορεί να περάσει από πολλά ενδιάμεσα στάδια. Ένα από τα πρώτα θα μπορούσε να είναι αυτό της συνέπειας των λόγων και των έργων ενός εκάστου. Και δεν λέω να πάμε εφτά χρόνια πίσω όπως θέλει ο γενικός ελεγκτής για να εξετάσει τον βίο των υψηλά ιστάμενων στη δημόσια υπηρεσία. Στους πολιτικούς και εφτά μήνες είναι αρκετοί. Να δούμε τι έλεγαν εφτά μήνες πριν και τι λένε σήμερα. Και όλοι εμείς, «αγοράζουμε» με κάθε ευκολία τις ευκολοφόρητες φανφάρες, τις χτένες και τα καθρεφτάκια που μας πουλούν στα πανηγύρια των χωριών. Μας λείπει η αρκούδα με τον χαλκά και το ντέφι για το ψυχαγωγικό. Ή μήπως όχι;