πολιτική και τους θεσμούς που κρίνουν τη ζωή μας, γίνεται με ένταση εδώ και μία εικοσαετία τουλάχιστον. Η δε τελευταία δίωξη για αποχή από εκλογική διαδικασία ήταν στις Προεδρικές του 1998 με θύμα τον τότε πρόεδρο του συνδέσμου μοτοσικλετιστών. Ήταν μετά τα τραγικά γεγονότα της Δερύνειας του 1996, και ο τότε πρόεδρος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Μοτοσικλετιστών Γιώργος Χατζηκώστας δήλωσε δημόσια και ευθαρσώς πως θα απείχε από τις εκλογές. Σίγουρα τον ακολούθησαν πολλοί.

Από τότε άλλαξαν πολλά. Ο αριθμός των πολιτών που απέχουν από εκλογικές πολλαπλασιάστηκε και κανείς, και λογικά, δεν διώχθηκε. Αυτό που δεν άλλαξε είναι ο τρόπος αντιμετώπισης της πολιτικής από τους πολιτικούς. Και γι’ αυτό άλλωστε οι πολίτες που στρέφουν την πλάτη στην πολιτική συνεχώς αυξάνονται. Υπάρχει σίγουρα και η μερίδα των πολιτικών, εύχομαι να είναι η μεγάλη μειοψηφία, που σκέφτονται κουτοπόνηρα. Η κουτοπονηριά αυτή λέει πως βολεύει το μικρό και πιστό ακροατήριο. Μειώνει το ρίσκο της έκθεσής τους σε μεγαλύτερο σύνολο πολιτών. Νιώθουν πιο άνετα να απευθύνονται σε αυτούς που τους ξέρουν με τα μικρά τους ονόματα και είναι σίγουροι πως κατανοούν και πιστεύουν αυτά που τους λένε. Όλη αυτή η λογική κέρδιζε έδαφος τα προηγούμενα χρόνια, που μπορεί το ακροατήριο να ήταν σε πτωτική πορεία αλλά ήταν σε ασφαλή επίπεδα. Σήμερα όμως, που το αριθμητικό επίπεδο του ακροατηρίου έχει πέσει στα τάρταρα, θα πρέπει να αναθεωρήσουν τακτική και μυαλά.

«Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι μόνο στους πολιτικούς, στην ηγεσία αν προτιμάτε, στους θεσμούς και στους αξιωματούχους. Από εκεί όμως ξεκινά και εκεί καταλήγει».

Αν θέλουν να λέγονται πολιτικοί, και όχι ρήτορες ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου, θα πρέπει να διαβάζουν πριν να μιλούν. Θα πρέπει να αφήσουν τα γλειφιτζούρια που τόσα χρόνια έχουν στο στόμα τους. Αν ψάξουμε στο αρχείο των τηλεοπτικών σταθμών, θα βρούμε αρκετούς να κάνουν σήμερα ακριβώς τις ίδιες δηλώσεις με πριν από πέντε και πριν από δέκα χρόνια. Για νέες στρατηγικές και για σκληρή στάση στο Κυπριακό. Για τη βιώσιμη και λειτουργική λύση που ποτέ δεν περιγράφουν. Για την άνευ όρων αντιπολίτευση ή την άνευ όρων στήριξη της κάθε αψυχολόγητης πολιτικής της κυβέρνησης, της εκάστοτε κυβέρνησης. Πολιτικοί ή εκκολαπτόμενοι πολιτικοί να μιλούν επί παντός επιστητού. Το πρωί για την οικονομία, το μεσημέρι για την κοινωνική πρόνοια, το απόγευμα για εθελοντισμό και το βράδυ για Κυπριακό. Πολλές φορές διερωτώμαι για αρκετούς, πού τελειώνει η προσωπική εμπάθεια και πού μπορεί άραγε να ξεκινά η πολιτική ανάλυση; Και την ίδια ώρα ο νεποτισμός πάει σύννεφο. Και δεν μιλώ για ένα ρουσφέτι στο στρατό η την αστυνομία ή για κοινωνική δικαιοσύνη όπως μας σερβίρουν κάποιοι το ρουσφέτι. Μιλώ για πολύ χειρότερα. Για τα δάνεια των εκατομμυρίων με ένα τηλεφώνημα, για τις μίζες άλλων εκατομμυρίων, για τη φοροδιαφυγή των πολυαξιωματούχων, τα χαλιφάτα των δημάρχων και τις ΣΠΕ που η κυριαρχία κληρονομείται από γενεά σε γενεά.

Όσο λοιπόν η διαδικασία συζήτησης του δημόσιου λόγου δεν μεταβάλλεται, αλλά κινείται σε επίπεδο κουτσομπολιού τόσο οι πολίτες στρέφουν αλλού το βλέμμα τους. Όσο η διαπλοκή αντί να μειώνεται αυξάνεται, τόσο η κοινωνία θέλει να κλείσει τα αφτιά της σε όσα προκαλούν τη λογική της.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι μόνο στους πολιτικούς, στην ηγεσία αν προτιμάτε, στους θεσμούς και στους αξιωματούχους. Από εκεί όμως ξεκινά και εκεί καταλήγει. Στα ενδιάμεσα στάδια, στα κανάλια διαμοιρασμού των οφικίων, της μίζας και της εξουσίας, είναι επόμενο πως θα χρειαστούν και παρατρεχάμενοι. Εθελοντές πολλοί, πάρα πολλοί. Η διαφάνεια όμως στις μέρες μας είναι άνευ συζητήσεως. Και βλέπουμε ένα-ένα τα σπυριά της διαπλοκής να σπάνε. Λογικό και επόμενο. Σε μια κοινωνία που αναπνέει με μάσκες οξυγόνου, όποιος κατοικεί ακόμα στα βουνά, ανάμεσα στα δέντρα, σε αέρα όμως που κάθε άλλο από καθαρός φαίνεται να είναι, θα κατεβαίνει στο επίπεδο της θάλασσα για ανάκριση. Πού, πώς, πότε και γιατί τα βασικά ερωτήματα. Αν βγεις καθαρός από αυτή τη διαδικασία όχι μόνο θα επιβιώσεις αλλά θα διαπρέψεις. Αλλά υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά;