Ο αυτοτραυματισμός διέπει ως μάστιγα τη νοοτροπία του πολιτικού κόσμου. Μια λογική που αναγάγει τον συγκεκριμένο έλεγχο ως τον μόνο αξιόπιστο. Ρίχνει στον κάδο των αχρήστων τον έλεγχο που η ίδια η Βουλή κάνει και έχει ρόλο συνταγματικό να κάνει. Καταργεί όλους τους θεσμούς και τους νόμους της χώρας μας. Ξεγράφει τον ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας, τον ρόλο της Γενικής Λογίστριας. Αυτή η λογική καταργεί δυστυχώς νόμους και θεσμούς. Και αυτή η λογική είναι και άκρως επικίνδυνη.

Η απόσταση που χωρίζει τις καλοδεχούμενες και εφαρμόσιμες εισηγήσεις και αυτές που τορπιλίζουν ένα νομοσχέδιο στην προκειμένη είναι τεράστια. Βεβαίως η δουλειά αυτού που φέρνει τις δεύτερες είναι να τις παρουσιάσει ως πρώτες. Αλλά δυστυχώς για αυτούς οι μάσκες λιώνουν μαζί με τα σαραντάρια του καιρού.

Για όσους έχουν ιδεολογική απόσταση από τις τράπεζες υπάρχει μια κατανόηση. Ιδιαίτερα όταν το δηλώνουν ευθαρσώς. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν αποφασίζουν. Τη μια είναι οι καλύτεροι δικηγόροι των τραπεζών και την άλλη είναι οι μεγαλύτεροι πολέμιοι τους. Χωρίς να είναι αυτό το ζητούμενο, ο εύκολος στόχος είναι εκεί. Άλλωστε ποιος πολίτης τις συμπαθεί; Μόνον όσοι παίρνουν λεφτά από αυτές, θα έλεγε κάποιος. Αυτοί όμως είναι λίγοι, πολύ λίγοι. Και όχι επ’ άπειρον.

Το ζητούμενο βεβαίως είναι πως η αντιπολίτευση ρίχνει δυστυχώς στα βράχια, σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, την οικονομία και την χώρα. Δυσκολεύομαι να πεισθώ πως δεν κατανοούν το διακύβευμα. Εύχομαι να μην το καταλαβαίνουν. Γιατί σε αυτό το ενδεχόμενο είναι απλώς επικίνδυνοι λόγω αφέλειας. Αν το κατανοούν όμως, είναι ηθικοί αυτουργοί μιας κατ ευχήν τους καταστροφής της χώρας. Αλλά δεν θα τους κάνουμε τη χάρη. Υπάρχουν ευτυχώς και οι δυνατότητες, και οι αντοχές και ο σχεδιασμός για να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση ένα σχέδιο βήτα που θα αποτρέψει την οικονομία και τη χώρα από την καταβαράθρωση.

Το σίγουρο είναι πως το μικροπολιτικό παιχνίδι θεριεύει. Όποια και αν είναι η αντίληψη τους, είτε από αφέλεια, είτε από σαδομαζοχισμό να βλέπουν τους συμπολίτες σου να καταστρέφονται, η αφετηρία τους δυστυχώς είναι το κομματικό όφελος. Και αυτό είναι και το πιο φοβητσιάρικο.

Εκπληκτικό είναι και το τι λένε σήμερα, μετά την απόσυρση του νομοσχεδίου. Αφού ήθελαν να κάνουν το αναθεωρημένο νομοσχέδιο που κατατέθηκε αγνώριστο, αυτό που ήρθε μετά τις εισηγήσεις τις δικές τους. Ήθελαν πολύ απλά να το καταστίσουν μη εφαρμόσιμο. Στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη ήθελαν να το κάνουν και αντισυνταγματικό. Για να υποχρεώσουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ζητήσει την αναπομπή του και να δρέπουν τα «κομματικά οφέλη». Αν πάλι το έφερναν σε μια μορφή «απλής μη εφαρμογής», η συνταγή γνωστή. Θα έφταιγε η Κυβέρνηση, και ο Συναγερμός βεβαίως, για το νομοσχέδιο που έφεραν. Θα προσπερνούσαν το γεγονός της «αλλαγής προσώπου» που θα του επέφεραν.

Και σήμερα ζούμε τη συνθηματολογία. Ό,τι και καλά ο λόγος είναι ότι μας ενοχλεί ο έλεγχος. Προσπερνούν το γεγονός πως δεν θα υπήρχε τίποτε προς έλεγχο. Αφού δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Η ρητορική αυτή όμως είναι επικίνδυνη. Για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος προωθεί μια διχαστική λογική. Που λέει πως τάχα εμείς, που θέλουμε τον συγκεκριμένο έλεγχο είμαστε οι καθαροί, και αυτοί που δεν τον θέλουν είναι γιατί έχουν κάτι να κρύψουν. Ξέχασαν προφανώς, πως κάποιοι από αυτούς σε προηγούμενα χρόνια, όχι πολλά πριν, σε έναν αντίστοιχο συγκεκριμένο έλεγχο έφεραν τροπολογία για να τον αποτρέψουν. Είτε τότε δεν χρειαζόταν ο συγκεκριμένος έλεγχος, είτε τότε κάποιος άλλος έκανε και κάποια άλλη δουλειά.

Ο δεύτερος λόγος είναι ο αυτοτραυματισμός που διέπει ως μάστιγα τη νοοτροπία του πολιτικού κόσμου. Μια λογική που αναγάγει τον συγκεκριμένο έλεγχο ως τον μόνο αξιόπιστο. Ρίχνει στον κάδο των αχρήστων τον έλεγχο που η ίδια η Βουλή κάνει και έχει ρόλο συνταγματικό να κάνει. Καταργεί όλους τους θεσμούς και τους νόμους της χώρας μας. Ξεγράφει τον ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας, τον ρόλο της Γενικής Λογίστριας. Αυτή η λογική καταργεί δυστυχώς νόμους και θεσμούς. Και αυτή η λογική είναι και άκρως επικίνδυνη.

Σήμερα τα κομματικά τερτίπια δεν είναι στην ημερήσια διάταξη κανενός πολίτη. Η αρρωστημένη σκακιέρα που έχουν στο μυαλό τους έχει ελάχιστους θεατές. Σήμερα ο κόσμος θέλει λύσεις. Χειροπιαστές και άμεσες. Η αγωνία του εργαζομένου αν θα έχει δουλειά μετά το καλοκαίρι δεν καλύπτεται από αντιπολιτευτικά καμώματα. Το άγχος των αυτοτελώς εργαζομένων, των επιχειρηματιών, των πολύ μικρών, των μεσαίων και των μεγάλων δεν μειώνεται με το χάπι μιας αναμασημένης καραμέλας. Το σημαντικό είναι πως υπάρχει σχεδιασμός. Που δίνει ανάσες και θα δώσει και οξυγόνο ρευστότητας σε όσους το έχουν ανάγκη. Και όποιος πολιτικός δεν καταλαβαίνει αυτόν τον παλμό της κοινωνίας σήμερα,  δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει.

*Άρθρο δημοσιευμένο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 24/05/2020.