έγραψε με τον πιο απλό και δηκτικό τρόπο όλα όσα γνωρίζουμε ή διαπιστώνουμε αρκετοί εδώ και χρόνια. Το ότι για παράδειγμα, οι σημερινοί απόφοιτοι των σχολείων μας δεν είναι σε θέση να γράψουν με συνοχή δύο προτάσεις είναι ένα γεγονός που όλοι όσοι έχουμε τριβή με εικοσιπεντάρηδες το βλέπουμε με τα μάτια μας. Ο πρύτανης ήταν ακραίος, και καλά έκανε, στην επιστολή του. Κατάφερε να σοκάρει την κοινή γνώμη και τους συνδικαλιστές της ΟΕΛΜΕΚ να παραδεχτούν, ίσως για πρώτη φορά με τόσο ξεκάθαρο τρόπο, για τα κενά και τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

«Το σημαντικό δεν είναι ο καβγάς για το ποιος παρτάρει περισσότερο ή για το ποιος παρτάρει καλύτερα»

Βέβαια, ο κ. Ταλιαδώρος σήκωσε και το γάντι για τα περί συνδικαλιστικού πάρτι που ανέφερε στην επιστολή του ο πρύτανης χωρίς όμως να απαντήσει επί της ουσίας. Αν διόρθωνε φιλόλογος την απάντησή του, θα του έγραφε πως ήταν εκτός θέματος στο συγκεκριμένο σημείο. Γιατί, όσο σωστά και αν είναι τα όσα έγραψε για τη μη αναφορά του πρύτανη στις ευθύνες της δημοτικής εκπαίδευσης ή για το πάρτι των ακαδημαϊκών, το ότι δεν απάντησε, επί της ουσίας, για το πάρτι που τον αφορά άμεσα, τον αφήνει εκτεθειμένο. Και τον ίδιο και την οργάνωση που εκπροσωπεί. Είναι λες και ακούς δεκαπεντάχρονους μαθητές να δικαιολογούνται στους βοηθούς διευθυντές τους (Ά ή Β΄ δεν έχει σημασία) πως δεν φταίνε αυτοί που αντέγραφαν στο διαγώνισμα αλλά οι άλλοι μαθητές που αντέγραψαν πρώτοι και τους είδαν αυτοί.

Το σημαντικό βέβαια δεν είναι ο καβγάς για το ποιος παρτάρει περισσότερο ή για το ποιος παρτάρει καλύτερα. Το σημαντικό είναι να συμφωνήσουμε για τα προβλήματα, τα κενά και τις ελλείψεις στην εκπαίδευση και να προγραμματίσουμε όλοι μαζί όσα πρέπει να γίνουν για να βελτιωθεί η παιδεία του τόπου. Και όταν λέω να προγραμματίσουμε δεν εννοώ σε βάθος χρόνου και μετά από έκθεση σοφών, αλλά από αύριο. Διότι υπάρχουν μέτρα που μπορούν να γίνουν και από αύριο και που δεν θίγουν κανέναν συνδικαλιστή και κανενός το πάρτι. Για παράδειγμα, η επέκταση του σχολικού έτους κατά δεκαπέντε μέρες, όπως εισηγείται ο κ. Χριστοφίδης στην επιστολή του, είναι ένα μέτρο που δεν μπορώ να σκεφτώ επιχείρημα για αντίλογο, και που δεν θίγει κανέναν.

Το ζητούμενο είναι να σώσουμε ή να βοηθήσουμε να σωθούν οι σημερινές και οι αυριανές γενιές των μαθητών μας, οι αυριανές γενιές των νέων μας, οι σε δέκα χρόνια ενεργοί οικονομικά πολίτες της Κύπρου. Να τους βοηθήσουμε βγαίνοντας από τα σχολεία, και μπαίνοντας στον στίβο της πανεπιστημιακής κοινότητας ή στον στίβο της εργασιακής κοινότητας να έχουν πιο σωστή, σφαιρική και πλήρη παιδεία. Να ξέρουν, αν μη τι άλλο, να συντάσσουν δύο προτάσεις και βασικά μαθηματικά. Και το μέτρο σύγκρισης δεν πρέπει να είναι μόνον το επίπεδο των προηγούμενων γενεών του Πανεπιστημίου Κύπρου αλλά και οι σημερινές γενεές των πανεπιστημίων της Ευρώπης. Να έχουμε στον νου μας πως ο τροχός ανακαλύφθηκε. Μπορούμε να ακολουθήσουμε ως μοντέλο ένα πετυχημένο εκπαιδευτικό μοντέλο, και όχι της Ελλάδας. Ας κοιτάξουμε προς Σκανδιναβία μεριά. Με στρατηγικό πλάνο όμως και μακριά από τα συμφέροντα των εμπλεκομένων.

Τέλος, και επειδή τα μνημόσυνα, τις αλληλοκατηγορίες, τη μετάθεση ευθυνών και την άνευ αντικρίσματος ανάληψη άλλων ευθυνών τα βαρέθηκε και το παρδαλό κατσίκι, ας κάνουμε όλη αυτή την κουβέντα, ας καταστρώσουμε το στρατηγικό πλάνο για το μέλλον της παιδείας μας, ας καθίσουμε όλοι οι εμπλεκόμενοι στο ίδιο τραπέζι για να βγάλουμε άκρη χωρίς καμία αναφορά για το ποιος ευθύνεται για το σημερινό μας κατάντημα. Επειδή αφορά ύψιστη πολιτική προτεραιότητα, ας πρωτοτυπήσουμε και ας προσπεράσουμε στον διάλογο το κομμάτι του «φταίει ο Χατζηπετρής». Ίσως να είναι και ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί πιθανό αδιέξοδο και ο μόνος δρόμος που να έχει σοβαρές πιθανότητες θετικής κατάληξης.