ευθύνες του παρελθόντος. Αυτή τη βδομάδα, για παράδειγμα, εν είδη μνημοσύνου, συζητούμε για το κούρεμα. Ποιοι και σε ποιο βαθμό ευθύνονται, ποιος υπόγραψε, ποιος προετοίμασε το έδαφος, τι θα γινόταν αν το κούρεμα το βαφτίζαμε φορολογία καταθέσεων. Προς στιγμή ένιωσα ότι παρακολουθώ συζήτηση για την τουρκική εισβολή, ανήμερα των μαύρων επετείων και όλοι προσπαθούν να βγάλουν από την πλάτη τους τον χιτώνα των ευθυνών τους. Αυτός ο άγραφος ανταγωνισμός, και η ανάγκη να ρίξει ο ένας τις ευθύνες στον άλλο είναι το παιχνίδι που αρέσει στους πολιτικούς μας. Και δυστυχώς αρέσει και στα μίντια που το προωθούν και το ενισχύουν. Οι ατάκες που γράφουν στις κάμερες, οι καβγάδες που ανεβάζουν την τηλεθέαση και τις μετοχές των πολιτικών – συμμετεχόντων σε αυτές τις συζητήσεις είναι το κυρίαρχο. Δύσκολα και σπάνια θα ακούσεις τον οποιοδήποτε να παραδεχθεί πως έκανε λάθος είτε αυτός, είτε το κόμμα του, ή ο χώρος τον οποίο εκπροσωπεί.

«Οι πολίτες εκτός από «δικηγόρους», «δικαστές», «δημόσιους κατήγορους» και «εισαγγελείς», θέλει τους πολιτικούς του να είναι παραγωγικοί και ωφέλιμοι»

Η αποστροφή των πολιτών, η έλλειψη εμπιστοσύνης σε όλους τους θεσμούς, είτε αφορούν την Βουλή και το Υπουργικό Συμβούλιο, την μάχιμη δηλαδή πολιτική, είτε θεσμούς όπως η Κεντρική Τράπεζα, η Εισαγγελία και οι συντεχνίες, είναι αποτέλεσμα και του κουραστικού, ξύλινου και καβγατζίδικου λόγου που εκφέρουν όλοι όπως το περιγράψαμε πιο πάνω. Ο κόσμος έχει βαρεθεί το σουλατσάρισμα και την άσκοπη και ανούσια παραφιλολογία. Όλοι όσοι συμμετέχουν κάνουν λανθασμένη ανάγνωση αριθμών και αντιδράσεων. Οι μεν καναλάρχες βλέπουν το ποσοστό τηλεθέασης αλλά όχι τον απόλυτο αριθμό τηλεθεατών και οι δε πολιτικοί εισπράττουν τις (θετικές) αντιδράσεις του μικροκομματικού του περιβάλλοντος με το οποίο έχουν επαφή. Αυτό όμως και στα «δύο κανάλια του ποταμιού» είναι η μικρή εικόνα. Είναι η ισχνή μειοψηφία. Καθημερινά παρακολουθούν τηλεόραση ολοένα και λιγότεροι, ειδικά τις πολιτικές συζητήσεις, και ακόμα λιγότεροι έχουν επαφή με πολιτικούς. Στη μεγάλη εικόνα, η πλειοψηφία της κοινωνίας έχει κλείσει τα αυτιά του και έχει γυρίσει αλλού το βλέμμα της. Όχι γιατί δεν θέλει να ακούσει, ούτε γιατί δεν θέλει να βλέπει. Απλά γιατί έχει βαρεθεί τους καβγάδες.

Ο κόσμος, θέλει σήμερα να ακούσει για προτάσεις, εισηγήσεις και λύσεις που θα τον βοηθήσουν, χειροπιαστά όμως όχι θεωρητικά, στην καθημερινότητά του. Καλές οι ad hoc επιτροπές της βουλής για τις Κυπριακές Αερογραμμές και για την οικονομική κρίση δεν λέω, αλλά δεν αρκούν. Οι πολίτες εκτός από «δικηγόρους», «δικαστές», «δημόσιους κατήγορους» και «εισαγγελείς», θέλει τους πολιτικούς του να είναι δημιουργοί πολιτικών. Τους θέλει να είναι παραγωγικοί και ωφέλιμοι. Τους θέλει να είναι ορθολογιστές και ειλικρινείς και να περνούν και από τα λόγια στην πράξη. Οι πολιτικές για να είναι ολοκληρωμένες, δεν μπορούν να μένουν στα χαρτιά και στην θεωρία. Πρέπει να υλοποιούνται. Και το πρώτο συστατικό που χρειάζεται για αυτή την υλοποίηση είναι η πολιτική βούληση. Αλλά για να φτάσουμε στα πρώτα στάδια ολοκληρωμένης πολιτικής χρειάζεται στρατηγική. Να ξέρουμε δηλαδή που είμαστε σήμερα και που θέλουμε να πάμε. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Σε κάθε ένα τομέα ξεχωριστά και στο σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας. Η σωστή διαχείριση του τόπου και του μέλλοντος μας δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Εδώ δυστυχώς για το μόνο διάστημα που γίνεται διαχείριση είναι το πρωί μέχρι και το βράδυ. Για το ποια θέματα είναι στην επικαιρότητα, πως θα τα αντιμετωπίσουμε στην κάμερα και πως δεν θα εκτεθούμε ρίχνοντας την μπάλα στους απέναντι.

Δουλειά έτσι όμως δεν κάνουμε. Αν οι ηγεσίες των κομμάτων δεν κατανοήσουν το κρίσιμο σταυροδρόμι που στεκόμαστε σήμερα και αν δεν προχωρήσουν, σε στρατηγικό σχεδιασμό, με ειλικρίνεια και πολιτική βούληση, στο σύνολο των θεμάτων, θα μείνουμε καταδικασμένοι και αυτόχειρες στην Κύπρο του μικρού πλαισίου. Θα μας μείνει στα χέρια το πλαίσιο μια μεγαλύτερης εικόνας που δεν καταφέραμε να το τοποθετήσουμε στην σωστή διάσταση όχι γιατί δεν μπορούμε αλλά γιατί δεν θέλουμε να δούμε. Κλείνουμε το ένα μάτι, πότε πονηρά πότε βολικά και προχωράμε.